ζημια

ζημια
    ζημία
    ион. ζημίη, дор. ζᾱμία ἥ
    1) ущерб, урон, вред, убыток
    

(ζημίαν τινὴ φέρειν Plat. или ποιεῖν Arph.)

    ἐπὴ ζημίᾳ τινός Xen. — в ущерб кому-л.;
    ζημίαν ἡγεῖσθαι или νομίζειν Isocr. — считать убытком;
    ζημίαν λαβεῖν Dem. — терпеть ущерб

    2) денежное взыскание, пеня, штраф
    

(ζημίαν ὀφείλειν Her.)

    ζημίαν ὀφείλειν τάλαντον Plut. — быть присужденным к пене в один талант;
    ζ. καθ΄ ἑκάστην χάρακα ἐπέκειτο στατήρ Thuc. — за каждый (вырванный) кол был назначен штраф в один статер;
    ζημίαν ἀποτίνειν Her., ἐκτίνειν Plat. или καταβάλλειν Dem. — платить пеню, вносить штраф

    3) кара, наказание
    

χρημάτων ζ. Plat. — денежный штраф;

    ζ. ἀδικίας Plat. — кара за несправедливость;
    ζημίαν (ἐπι)τιθέναι τινί Plat. — налагать наказания на кого-л. или устанавливать кары для кого-л.;
    ζημίᾳ κολάζειν или ζημιοῦν τινα Plat. — (по)карать кого-л.;
    θάνατον ζημίαν ἐπιτίθεσθαι или προθεῖναι Thuc., ποιεῖν Xen. или τάττειν Arst., Dem. — устанавливать смертную казнь;
    θάνατός τινι ἥ ζ. ἐπικέεται Her. кто-л. — подлежит смертной казни


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "ζημια" в других словарях:

  • ζημιά — ζημιά, η και ζημία, η 1. απώλεια αγαθών, βλάβη: Έπαθε ανεπανόρθωτη ζημιά (υλική ή ηθική). 2. στην οικονομία ως έννοια αντίθετη του κέρδους: Πουλώ με ζημία 10% …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ζημία — ζημίᾱ , ζημία loss fem nom/voc/acc dual ζημίᾱ , ζημία loss fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζημιά — (Νομ.). Κάθε μείωση στην περιουσία ή προσβολή σε άυλα αγαθά (ζωή, σωματική ακεραιότητα, υγεία, τιμή κλπ.) που μπορεί να υποστεί ένα άτομο. Η ζ. μπορεί να είναι άμεση συνέπεια ενός γεγονότος, αλλά μπορεί να είναι και έμμεση, δηλαδή ένα γεγονός… …   Dictionary of Greek

  • ζημίᾳ — ζημίαι , ζημία loss fem nom/voc pl ζημίᾱͅ , ζημία loss fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζημία — [зимиа] ουσ. В. ущерб, убыток, вред …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ζημίας — ζημίᾱς , ζημία loss fem acc pl ζημίᾱς , ζημία loss fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αβαρία — Ζημιά πλοίου, είτε του ίδιου είτε του φορτίου του, στη διάρκεια του πλου του. Με ειδική νομοθεσία ρυθμίζονται όλα τα θέματα τα σχετικά με την α. Για να αποφευχθεί o αθέμιτος πλουτισμός σε βάρος εκείνων που διέτρεξαν τον κίνδυνο και υπέστησαν την… …   Dictionary of Greek

  • ζημίαι — ζημία loss fem nom/voc pl ζημίᾱͅ , ζημία loss fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζημίαν — ζημίᾱν , ζημία loss fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζημιῶν — ζημία loss fem gen pl ζημιάζω damno fut part act masc voc sg ζημιάζω damno fut part act neut nom/voc/acc sg ζημιάζω damno fut part act masc nom sg (attic epic ionic) ζημιόω cause loss pres part act masc voc sg (doric aeolic) ζημιόω cause loss… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζημίαιν — ζημία loss fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»